16 Μαρ 2020

Δυο μέρες μόνο

Δυο μέρες μόνο μου πήρε. Δυο μέρες και μία άνωθεν εντολή, καλώς δοσμένη: "να περιορίσεις τις συναντήσεις και τις εξόδους". Και ο απροσδιόριστος φόβος της λέξης "κρούσματα" δίπλα σε αριθμούς απειλητικούς - που δεν είχα με τι να τους συγκρίνω - και λέξεις πανικόβλητες - που δεν είχα πώς να πάρω το κεντρί τους.

Και άρχισαν στο μυαλό μου να συναντιώνται τα κομμάτια ενός υπέροχου παζλ, που χρόνια καραδοκούσαν στη μνήμη μου, τη στιγμή της δικής τους συνάντησης. Ένα παζλ που σε κάθε κομμάτι έχει μία ξεχωριστή ανθρώπινη ιστορία, αλλά στην εικόνα τη συνολική σκιαγραφεί την ιστορία του ανθρώπου, με χρώματα από την παλέτα της κατανόησης, του σθένους, της θέλησης, της χαράς.

Δυο μέρες πήρε, μάνα, να αφουγκραστώ τι μπορεί να σήμαινε ότι τα πόδια σου δε σε πήγαιναν πέρα από την πόρτα του σπιτιού. Να καταλάβω τι σθένος και ομορφιά έκρυβε το τραγούδι σου το καθάριο στην κουζίνα και το χαμόγελό σου, σε μία ζωή φυλακισμένη από τη σωματική καταπόνηση. Τι λάμψη και θεία χάρη φώλιαζε στο χαμόγελό σου, όταν τα πνευμόνια σου δυσκολεύονταν να σε υποστηρίξουν, αλλά η ψυχή - ανίκητη - φεγγοβολούσε αγάπη και ομορφιά, στις πιο γκρίζες στιγμές μου, σα να μην πονούσες ποτέ εσύ, σα να μη δείλιαζες ποτέ εσύ, σαν η δική σου ζωή να ήταν 25 ετών και όχι 55. Και κατάλαβα, τόσον καιρό μετά, ότι το σθένος, η ομορφιά, η λάμψη, η θεία χάρη, η αγάπη ήταν γεννήματα αυτής ακριβώς της σφυρηλάτησης που φέρνει μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες.

Δυο μέρες πήρε, θεία, να αφουγκραστώ τι σημαίνει να μην έρχεται κανείς στο σπίτι. Να είναι τα βράδια σιωπηλά και δίχως παρέα. Δίχως αναμονή για έξοδο, δίχως φωνές χαράς και πειραγμάτων. Κι όμως, πίσω από την πρόσοψη της μοναξιάς, μεσουρανούσε μία έγνοια και μία αγάπη πέρα από αποστάσεις, όρια και τοπικούς περιορισμούς. Άκουγα τη φωνή σου στο τηλέφωνο και γλύκαινε η καρδιά, σαν όλη μέρα να μάζευες αγάπη για να τη σερβίρεις - στο καλό σερβίτσιο της καρδιάς σου - το ένα αυτό λεπτό την συνδιάλεξης. Το ένα λεπτό, που αρκούσε να περνούν από γραμμές ηλεκτρικές ερωτήσεις δήθεν χαζές, για το φαΐ, για τον καιρό. Ερωτήσεις ολόγιομες από την απλή, καθημερινή έγνοια της συνύπαρξης. Αυτής της συνύπαρξης εξ' αποστάσεως, που αρκείται να μοιράζεται τα καθημερινά, για να γεννά εικόνες και αισθήματα συμπόρευσης. Για να νικά κατά κράτος την αμείλικτη, κενή μοναξιά που καραδοκεί στη γωνία. Και κατάλαβα, τόσον καιρό μετά, ότι η έγνοια, η αγάπη, η συνύπαρξη, γεννήθηκαν ακριβώς επειδή δοκιμάστηκε η ψυχή - σαν το χρυσό - στη φωτιά της δια βίου μοναξιάς.

Δυο μέρες πήρε, πατέρα, να καταλάβω πώς είναι να νιώθεις το θάνατο κοντύτερα. Να νιώθεις αυτήν την απροσδιόριστη αβεβαιότητα που γέννησε ευχές όπως το "καλό ξημέρωμα", ως τροφός αδυσώπητη της μνήμης θανάτου. Πώς κάθε μικροαλλαγή στο σώμα, κάθε αίσθηση πόνου ή δυσφορίας, μπορεί να γίνει μία σπίθα φόβου, που θα ζητά να γίνει πυρακαϊά τρόμου. Και μαζί κατάλαβα τι δύναμη φέρει η ψυχή που ανυποχώρητα προχωρά μπροστά, στηρίζει τους άλλους, διεκδικεί τη χαρά, μοιράζει την προσφορά της με γλύκα και ευστάθεια, σαν καμία σπίθα να μην υπήρξε, σαν κανένας θάνατος να μην ελλοχεύει στο αύριο. Και έτσι αντιλήφθηκα ότι η νίκη του θάρρους, ο ηρωισμός, δεν είναι μια στιγμή επιτυχίας, αλλά μία ζωή αγώνα. Μία ζωή αγώνα άξιου, ανυποχώρητου, γενναίου στην απλότητά του, μεγαλόκαρδου στην ανιδιοτέλειά του.

Δυο μέρες πήρε, παππού, να δω ένα δείγμα του πώς μπορείς να ζεις σε έναν τόπο που δεν πρέπει να κυκλοφορείς. Κι εγώ δεν απειλούμαι από κατακτητές και στρατιώτες. Δεν ακούω σειρήνες και ποδοβολητά τη νύχτα, δεν χτυπούν την πόρτα μου εχθροί. Είναι υφέρποντα όλα, σήμερα, παππού. Οι λέξεις είναι οι στρατιώτες, τα νοήματα και τα υπονοούμενα είναι τα ποδοβολητά και οι απειλές. Και στο δικό μου σήμερα δεν έχουμε δοσίλογους να μας οδηγούν στο θάνατο. Με αυτό το δείγμα, στο δικό σου κομμάτι από το παζλ, κατάλαβα - έτσι λίγο, σα μία σύντομη εικόνα - τι θα πει να ζεις στο φόβο, στηρίζοντας την οικογένειά σου σαν εσύ ποτέ να μη φοβήθηκες. Πώς είναι να συντρίβεις μέσα σου την ανησυχία, για να μπορείς να είσαι στύλος και στήριγμα, χαρά και γλύκα, αγάπη και καλοσύνη σε όσους δεν αντέχουν.

Δυο μέρες πήρε, άνθρωπε που ζεις μακριά από το σπίτι σου, να καταλάβω - έτσι σα μια θολή εικόνα - τι θα πει να σε κοιτούν οι γύρω σου με επιφύλαξη. Στα μάτια τους να μην είσαι συνάνθρωπος, αλλά δυνητική απειλή. Και κατάλαβα μαζί την επιμονή της βούλησης, τη δύναμη της απόφασης, εσύ να πολεμάς να μείνεις άνθρωπος, να χτίσεις την - εκ των προτέρων πληγωμένη - εμπιστοσύνη εκ νέου. Να μιλάς με ανθρώπους που δε σε κατανοούν, όχι γιατί η γλώσσα είναι ξένη, αλλά γιατί οι καρδιές είναι ξένες, και στέκουν σε απόσταση. Και με όλα αυτά, στο δικό σου κομμάτι του παζλ, σεβάστηκα την πυγμή της ψυχής και της πράξης, που σε κάνουν να είσαι ο εαυτός σου, που κρατούν τα πιο πολύτιμα κειμήλια του σπιτιού μαζί σου, παρά τις δυσκολίες: την αγάπη σου για το συνάνθρωπο, την αξιοπρέπεια και την επιμονή για κάτι καλύτερο.

Δυο μέρες μόνο, λοιπόν, και η ζωή έφερε το πτυχίο σε κρυφά μαθήματα ετών. Και μέσα στο παζλ των ιστοριών, κάθε κομμάτι που συνέλεξα, φαίνεται ποτισμένο με δυσκολία, πόνο και δοκιμασία. Κάθε κομμάτι όμως, θαρρώ, απεικονίζει μία υπέροχη ιστορία ανθρωπιάς. Σκιαγραφεί την αγέραστη και άχρονη πορεία μιας ανθρωπότητας χωρίς διακρίσεις: γενιές που περάσαν και που θα έλθουν, δοκιμασμένες κι αυτές σε ίδιους πόνους, πόθους, χαρές, νίκες και πορείες.

Σειρά μου, τώρα, να κρεμάσω την όμορφη αυτή εικόνα στο εικονοστάσι της καρδιάς μου, για να 'χω κάτι από την αγιοσύνη της πανανθρώπινης συμπόρευσης να μοιραστώ μετά τις δύο μέρες. Στην υπόλοιπη ζωή, που - πανίσχυρη μες στη θνητότητά της - μου δωρίστηκε, για να την μοιραστώ με όσους αγάπησα, με όσους θα αγαπήσω.

12 Οκτ 2019

Συμπόνια

Πολλά χρόνια τώρα το μυαλό μου παιδεύεται με μία σειρά ερωτήσεων που, άκομψα, γεννιούνται στο μυαλό μου εκεί που δεν τις περιμένεις. Κοινός παρανομαστής τους είναι η έντονη αίσθηση ότι κάτι πηγαίνει στραβά. Και δεν αναφέρομαι στην... πολυαγαπημένη, σταθερά καλλιεργούμενη - και εξίσου στρεβλή - αίσθηση της γενικής εθνικής αποτυχίας και του γεγονότος ότι "σε όλα είμαστε ουραγοί", τελευταίοι. Είναι αυτές οι στιγμές που σε μία τελετή αποφοίτησης υπάρχει η έπαρση, αλλά δεν εμφανίζεται η ταπείνωση, που σε ένα θρησκευτικό γάμο νιώθεις την απουσία της προσευχής, που σε ένα μάθημα που παραδίδεις δε νιώθεις την αναζήτηση της γνώσης, που σε ένα φιλί δε φωλιάζει ο έρωτας, που σε μία συζήτηση της παρέας αισθάνεσαι τα κοινά σημεία επαφής να λιγοστεύουν. Και πάνω από όλα είναι οι στιγμές που νιώθεις την ελπίδα και τη χαρά να θολώνουν, κρυμμένες πίσω από τις κουρτίνες του εγωκεντρισμού.

Άραγε σήμερα, που η πίστη στις θετικές επιστήμες και την "αναμφίβολη και αναπότρεπτη, καλπάζουσα πρόοδο" εμφανίζεται ως η νέα ερμηνευτική επιλογή του κόσμου, ξεχνούμε κάτι; Σήμερα που η εμπιστοσύνη στην ιατρική και την τεχνολογία χτίζει - χάρτινους - πύργους που μας υπόσχονται ότι φτάνουν στο ακατόρθωτο, χάνουμε κάτι; Όλη αυτή η ανάπτυξη νέων μεθόδων για τη βελτίωση της προσωπικής υγείας, την αποφυγή σωματικών ασθενειών και τη φροντίδα του εαυτού, ανοίγουν νέες αδυναμίες ή, απλά, έφτασε η στιγμή που η ανθρωπότητα φτάνει στο απόγειό της μέσα από τη μέθοδο, την τεχνική και την πληροφορία;

Αυτές τις μέρες δίνεται μία μοναδική ευκαιρία, στη δική μας κοινωνία, λόγω της κοινωνικής εξέλιξης και της ελευθερίας του λόγου, τα ταμπού να σπάσουν. Μπορούμε να αποπειραθούμε να μην ενέχει η συζήτηση μεταξύ ανθρώπων φόβο και πάθος. Μπορούμε, μιας και η διαφορετικότητα (υπερ)προβάλλεται ως τρόπος θέασης του διπλανού, να ανοίξουμε τις πόρτες της ζωής μας στο φως του διπλανού. Μένει όμως, άραγε, κάποια πόρτα ερμητικά κλειστή, κρύβοντας μέσα της μπαμπούλες από κάποια φρικιαστική ιστορία;

Ναι. Η πόρτα του πόνου και του θανάτου.

Σε μία κουλτούρα παντοδυναμίας της γνώσης, ο θάνατος έρχεται να συντρίψει τα δόντια της επιστήμης για έναν απλό λόγο: δεν μπορούμε να τον νικήσουμε μια καλή, αδιαμφισβήτητα και καθαρά. Σε μία οπτική όπου η τεχνική της ιατρικής και η γνώση της είναι υπερδυνάμεις ακατάβλητες, το στομάχι μας δεν αντέχει που δεν έχουμε καταφέρει να σώσουμε τους πατεράδες και τις μητέρες μας, τους αδελφούς και τους φίλους μας, και  τα παιδιά μας, από τη μάστιγα των ασθενειών και της θνητότητας. Και όλο ακούμε υποσχέσεις, και όλο πιστεύουμε τις υποσχέσεις, και όλο αρνούμαστε τη θνητότητα, όλο απωθούμε ακόμη και τη σκέψη του πόνου.

Και ο πόνος, που τον στοχοποιούμε αναντίρρητα με παυσίπονα σε σημείο αναισθησίας, δε νικιέται ποτέ τόσο ώστε να συντριβεί και να πάψει να υπάρχει. Όταν πάσχει και πονά το μυαλό και η ψυχή, νιώθουμε ανήμποροι να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες, να περιγράψουμε τον πόνο σε όλο το πλάτος και το βάθος του. Και στο σώμα κάθε πόνος φαίνεται να είναι μοναδικός, προσωπικός και συχνά πολυδιάστατος. Επίσης, ενώ αναπτύσσουμε μεθόδους και προσεγγίσεις, θεωρίες και πρακτικές, συστηματοποιήσεις και αφαιρέσεις για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, η κοινωνία φαίνεται να πάσχει όλο και περισσότερο από βαθύ, ακόρεστο, υπαρξιακό πόνο.

Η δική μου πορεία ζωής με έμαθε ένα πολύ σημαντικό μάθημα. Ο πόνος είναι το αμόνι της ψυχής και του σώματος. Σε αυτό σφυρηλατούμαστε για να γίνουμε πιο ανθεκτικοί, χωρίς να χάνουμε την ελαστικότητά μας. Δεν είναι αυτοσκοπός ο πόνος, αλλά είναι και δώρο. Όπως δώρο είναι και η αποτυχία, η εξάντληση, η ήττα. Και, ποιος θα το έλεγε, ο θάνατος.

Ένας φίλος εύστοχα έλεγε "έμαθα τη ζωή μέσα στα νοσοκομεία". Δεν εννοούσε φυσικά ότι δεν είχε ζωή πριν ή μετά. Αλλά στο νοσοκομείο μαθαίνεις τη συμπόνια. Τη βλέπεις και τη γεύεσαι, τη μοιράζεσαι και την καλλιεργείς. Η συμπόνια ενέχει την ταύτιση, το σπάσιμο του εαυτού, την κατανόηση και την εγγύτητα. Η συμπόνια είναι φάρμακο της ψυχής. Της ψυχής του συμπονούντα και του συμπονούμενου μαζί.

Όλες τις φορές που χρειάστηκε να βρεθώ σε νοσοκομείο, γνώρισα τη γλυκύτητα - και τις δυσκολίες και τις εκρήξεις - των φαινομενικά αγνώστων γειτόνων. Αναγνωρίζεις μία σύμπνοια παράδοξη, μία αλληλοπροστασία ιδιαίτερη, πάντα μέσα από το προσωπικό πρίσμα του καθενός. Με τους ανθρώπους αυτούς, όσο περαστικοί και αν είναι, συμπορεύεσαι και μοιράζεσαι με τρόπο αδιαμφισβήτητο. Σε μαθαίνουν στα δύσκολα, σε γνωρίζουν χωρίς το προπέτασμα της αξιοπρέπειας, συχνά στις πιο εξευτελιστικές στιγμές σου. Κι όμως, αυτή η συνύπαρξη αυτή μπορεί να κυοφορήσει την πιο ανθρώπινη, ειλικρινή επαφή, χωρίς προσμονή για συνέχεια.

Με τους περισσότερους από τους φίλους μου μάς δένουν γλυκά οι στιγμές της χαράς, αλλά μας θεμελιώνουν στέρεα οι κοινές στιγμές της θλίψης. Εκεί που είσαι δίπλα στην αποτυχία στις εξετάσεις, στην απόλυση από τη δουλειά, στην απώλεια του γονιού, στη σκληρή χυλόπιττα, στην εξαπάτηση, στην εξάντληση, στο δικαστήριο, στη μοναξιά.

Τα χρόνια που έζησα μου ψιθυρίζουν ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από ζύμη που περιείχε ανάμικτα πόνο και έρωτα.

Ο πόνος είναι η άγκυρά σου στη γη. Γερά στεριωμένος και μπλεγμένος στα γήινα σαν κισσός, σου θυμίζει την κοινή καταγωγή, την κοινή μοίρα. Αν τον ποτίζεις, με την αγόγγυστη υπομονή, ανθίζει σε κατανόηση, σε σοφία, σε αντοχή, σε περιχώρηση, σε συγχώρεση, σε ορθή αξιολόγηση, σε αγάπη χωρίς προσδοκίες. Και αυτή η αγάπη, ευωδιάζει σε όλους γύρω σου.

Ο έρωτας είναι η άγκυρα προς τον ουρανό. Δεμένος με πάθος σε ότι σου λείπει, αν και το νιώθεις αναμφίβολα δικό σου. Αν τον ποτίζεις, με την ειλικρινή ανιδιοτελή αυτοπροσφορά, ανθίζει σε  βαθιά χαρά, ανενδοίαστη προσμονή, ζωοποιό κίνηση. Σου θυμίζει τι θέλεις να είσαι, πώς θέλεις να ζεις, σου εμπνέει όνειρα, σε οδηγεί σε καλούς αγώνες και ενάρετες μάχες. Και αυτές οι μάχες, εμπνέουν όλους γύρω σου.

Το ένα χωρίς το άλλο, μπορεί να είναι καταστροφικό. Ο πόνος χωρίς έρωτα μπορεί να σε τυφλώσει, να σε γονατίσει στη γη, να σε κάνει να χάσεις την πίστη σου. Να στερήσει το χρώμα από τη ζωή σου, να καταπνίξει τη διάθεση για ζωή. Ο έρωτας μπορεί να σε οδηγήσει σε ξόδεμα του εαυτού, στην αναζήτηση του ανέφικτου, σε έπαρση όπου θα θεωρήσεις ότι δικαιωματικά τα πάντα είναι δικά σου, που θα θελήσεις να επιβάλλεις τα όνειρά σου στους άλλους.

Σήμερα εστιάζουμε στον έρωτα, και μάλιστα στρεβλά, άχαρα, χωρίς βαθιά, ατόφια γλύκα. Τον επαίρουμε, τον υμνούμε, τον θέτουμε ως μόνη βάση ζωής, τον ζωγραφίζουμε στατικά, του ορίζουμε προδιαγραφές. Τον εκλογικεύουμε και τον πακετάρουμε σε τυποποιημένες συμπεριφορές, δράσεις και αντιδράσεις. Τον δηλητηριάζουμε σιγά-σιγά.

Και τον πόνο τον ωθούμε στο περιθώριο, τον κρύβουμε από την κοινή θέα, ή τον φιμώνουμε. Και αρρωσταίνει η ψυχή, γιατί ο πόνος υπάρχει και ζητά διέξοδο, αξιώνει μοιρασιά και γλύκα. Και αναζητούμε τις ρίζες του πόνου, για να τον ξεριζώσουμε, να μην υπάρχει πια. Δεν αναζητούμε ποτέ αξία στον πόνο, τον εξοβελίζουμε ως βδέλυγμα, τον πετάμε με τα αποφάγια και τα σκουπίδια. Τον ευτελίζουμε.

Συμπόνια είναι η ανάδειξη της αξίας του πόνου. Είναι η ποτίστρα της χαράς, ακόμη και σε στιγμές ασθένειας, κόπωσης, ήττας. Είναι η πλευρά της αγάπης που ρισκάρει να μοιράζεται τα δύσκολα για να τα μετουσιώσει σε όμορφα, σε γλυκά, σε άγια. Είναι η ελπίδα του να μείνεις άνθρωπος ατόφιος, λαμπερός και ευτυχισμένος. Ακόμη και υπό το άγρυπνο βλέμμα του θανάτου.

Πολλά χρόνια τώρα, το μυαλό μου αντιδρά στην ευχή "υγεία πάνω από όλα". Γιατί, τι θα κάνεις όταν κάποια στιγμή, στα σίγουρα, δεν έχεις την υγεία που ευχόσουν; Θα συντριβείς; Θα τρέμεις σαν το φύλλο; Θα αναζητάς απεγνωσμένα ίαση, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς υγεία; Και πώς τότε βλέπεις ανθρώπους με βαριές ασθένειες να ζουν ευτυχισμένες ζωές; Πώς βλέπεις ανθρώπους με αναπηρίες να είναι ευτυχισμένοι; Υποκρίνονται; Ή εσύ υποκρίνεσαι, όντας υγιής, ότι είσαι ευτυχισμένος εξ' αιτίας της υγείας σου;

Αν μπορούσα να άλλαζα την ευχή, θα το έκανα. Και θα ευχόμουν, κάθε φορά:
"Αγάπη". Αγάπη πάνω από όλα.

22 Σεπ 2018

Γλώσσες

Το κλάμα και το γέλιο είναι οι γλώσσες που μιλά η ψυχή στην πλημμυρίδα της. Πλέον ζούμε συνεχώς στην άμπωτη, όπου η γη της καρδιάς μας γίνεται άνυδρη και ξεραίνεται στον ήλιο. Όσο η γλώσσα μας περιορίζεται, τόσο η ψυχή διχάζεται και ασφυκτιά. Τόσο η επικοινωνία εκφυλίζεται σε ανούσιες συναναστροφές, χωρίς ουσία, χωρίς νόημα, χωρίς αγάπη.

Στο βωμό της ηλεκτρονικής "κοινωνικής" αλληλεπίδρασης ο άνθρωποι παριχαρακώνονται, ενώ ξαναζωγραφίζουν τον εαυτό τους με τα χρώματα που επιτάσσει το μέσο: επιτυχία, ευτυχία, αειφορία. Πολεμήσαμε χρόνια την ισοπέδωση ολοκληρωτικών πολιτικών κινημάτων και ιδεολογιών, για να θεσπίσουμε τη νέα, καταδική μας ολοκληρωτική σκηνή. Σε αυτό το νέο θέατρο, η γλώσσα μας - του κάθε ανθρώπου η γλώσσα και η έκφραση - πιέζεται να ταυτιστεί με τη γλώσσα των πολλών. Εκδύεται την ποικιλία και άγεται και φέρεται από πολιτικάντηδες της νέας τεχνολογίας - τους επηρεαστές (influencers) - και την πίεση των ομοτίμων, μέσα από την ολοκληρωτική "δημοκρατία" των likes. Οι τεχνολογικοί μηχανισμοί αναδεικνούν αυτά που αρέσουν στους πολλούς και αυτά που προωθούνται χρηματικά, εν είδει διαφήμισης. Και η γλώσσα που φαίνεται να μιλούν οι άνθρωποι περιορίζεται σε λίγες, φτωχές νοήματος, λέξεις.

Η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο έκφρασης: είναι πηγή ευκαιριών και κινδύνων. Συλλογική μνήμη, βαθιά χαραγμένη στο επικοινωνούμενο. Είναι συναίσθημα και πράγμα που μεταλαμπαδεύεται και γεννά αγάπη και χαρά, ή δύναμη και πλούτο, ή πόνο και φτώχια, ή ψέμα και πίκρα. Είναι απεικόνιση λογισμών και κουβαλητής ονείρων.  Είναι αγώνας και αγωνία για συμφωνία, ομοφωνία, παραφωνία ή επιβολή.

Η γλώσσα είναι ο καρβουνιάρης του καραβιού της ζωής. Με τα σύμβολα, τα νοήματα και τα κατανοούμενα τροφοδοτεί το καμίνι με τις δυνητικές πράξεις. Οι λέξεις που μας συντροφεύουν κάθε μέρα, ανάβουν πόθους και φωτιές για το καλό ή το κακό, το ουσιώδες ή το κενό, το γνώριμο ή το ξένο. Τι κουβαλάει η λέξη καλοκαίρι και τι η λέξη summer; Τι κουβαλάει το μεράκι, η λεβεντιά, ο καημός, η θυσία για κάθε λαό, κάθε τόπο, κάθε άνθρωπο; Τι η επιτυχία, η ευτυχία, η φυλακή, η ψυχή, το πνεύμα, η αγάπη; Πώς θα πορευόμασταν αν στο λεξιλόγιό μας δεν υπήρχε ο έρωτας και η ελπίδα;

Στις υπαρξιακές ρωγμές της νόησης, η γλώσσα πολεμά χιλιάδες χρόνια τώρα να φτιάξει γέφυρες και να γεμίσει τα κενά. Τι συμβαίνει όταν σταματούμε να μιλάμε με θέρμη για την αρετή, για ταπείνωση, για ομορφιά, για αγάπη; Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις μας εκφυλίζονται και η αρετή δεν κουβαλά χαρά, η ταπείνωση δε φέρει ευτυχία, η ομορφιά δε παραπέμπει σε γαλήνη και η αγάπη δε συνδέεται με την αυτοπροσφορά;

Και γλώσσα δεν είναι μόνο η ομιλούμενη. Είναι και η γλώσσα των ματιών και της αφής. Η γλώσσα της καρδιάς της μάνας και της ζεστασιάς του σώματος. Είναι η γλώσσα της οικογένειας, της ομάδας, του πλήθους. Είναι η γλώσσα των πατέρων, η γλώσσα των αδελφών και των συμπολεμιστών. Η γλώσσα της γενιάς. Η γλώσσα της προσφυγιάς και της εξορίας, υπογραμμισμένη στα πρόσωπα και στα σώματα. Η γλώσσα της γιορτής και του πλησιάσματος, του τραγουδιού και της φιλικής συζήτησης κάτω από ένα τρανό φεγγάρι, στον ίσκιο ένος δέντρου ή στην ακροθαλασσιά. Γλώσσες της ζωής που διασταυρώνονται και γεννοβολούν νέες λέξεις, νέες έννοιες, νέα σημαίνοντα και σημαινόμενα. Νέα ζωή.

Και σε αυτές τις ζωντανές, βιωματικές γλώσσες έρχονται να προστεθούν οι γλώσσες της γνώσης και την επινόησης, όχι ως ξένες αλλά ως αδελφές. Η γλώσσα της τεχνικής, της φιλοσοφίας. Η γλώσσα της ζωγραφιάς και της μουσικής και της αρχιτεκτονικής.

Και γλώσσες δεν είναι μόνο αυτές. Είναι κι οι γλώσσες της φύσης, πολλαπλές και πολύχρωμες. Μιλάει η θάλασσα, μιλούν τα χώματα και τα φυτά, τα λουλούδια και τα ζώα, οι εποχές και οι χρόνοι. Κι όλα δένονται με τον άθρωπο, το ακοίμητο θεριό, και τον συνδιαμορφώνουν και τον μπολιάζουν και τον γλυκαίνουν ή τον αγριεύουν, τον καλούν ή τον αποδιώχνουν.

Γλώσσα, τέλεια και τελική, είναι και η γλυκιά σιωπή της βαθιάς, θεϊκής αγάπης.

4 Δεκ 2016

Αγρύπνα: ο κόσμος καραδοκεί

Αυτός ο κόσμος δε χρειάζεται γροθιές ούτε μπράβους για να σε νικήσει. Δε χρειάζεται μαχαιριές και πυροβολισμούς, ούτε βόμβες και αεροπλάνα. Δεν έχει ανάγκη από δυνάμεις και υπερδυνάμεις, δεν θα χρειαστεί να γευτεί το αίμα σου και να σε ρίξει νεκρό στο δρόμο.

Αυτός ο κόσμος θα σε νικήσει με τη φθορά.

Κάθε μέρα θα προσθέτει λίγο σκοτάδι στη μέρα σου. Θα πικραίνει λίγο την καρδιά σου με μικρά πράγματα. Θα σε κάνει να θυμώνεις λίγο με τους ανθρώπους και την κατάσταση. Θα σε πείθει κάθε μέρα ότι η πίστη σου ίσως να είναι και λίγο ανώφελη. Ότι τα όνειρά σου ίσως να είναι και λίγο υπερβολικά. Ότι τα βήματά σου ίσως θα έπρεπε να είναι λίγο πιο σίγουρα. Θα σου ψιθυρίσει ότι ίσως θα έπρεπε να ήσουν λίγο πιο σκληρός, να προσέχεις λίγο περισσότερο τον εαυτό σου. Θα σου υποδείξει μικρά λάθη που κάνουν οι άλλοι και δε θα έπρεπε. Θα σου τονίσει τις μικρές ενοχλήσεις, τους μικρούς πόνους, τη λίγη κούραση. Θα βοηθήσει τα μάτια σου να εστιάσουν στη λεπτομέρεια, πείθοντάς σε ότι εκεί βρίσκεται η ουσία.

Και θα βρεθείς να έχεις σκοτάδι παντού. Η πίκρα θα πνίγει την καρδιά σου. Θα είσαι θυμωμένος με όλους και με όλα. Η πίστη σου θα έχει χαθεί. Δε θα έχεις πλέον όνειρα. Θα ψάχνεις τρόπους με αγωνία για να είσαι βέβαιος για την επόμενη στιγμή και, για να προστατευτείς από κινδύνους και ρίσκα, θα χάσεις την ηρεμία σου. Θα γίνεις σκληρός και αναίσθητος σαν πέτρα, με τη δικαιολογία ότι το κάνεις για να προστατευθείς και τα μάτια σου θα είναι στραμμένα μόνο προς τον εαυτό σου. Για τους άλλους θα βρίσκεις χίλια άσχημα να πεις και κανένα καλό. Θα νιώθεις ότι η ημέρα σου είναι ένας Γολγοθάς ενοχλήσεων, πόνου και εξάντλησης. Θα νιώθεις ότι μόνο εσύ βλέπεις την αλήθεια, και ότι τα πάντα πάσχουν στις λεπτομέρειες.

Αυτός ο κόσμος δε θα χρειαστεί να σε πείσει για νέα πράγματα. Δε θα χρειαστεί να δημιουργήσει κακό, ούτε να σε κάνει από τη μια στιγμή στην άλλη καινούριο. Δε θα χρειαστεί να αναπτύξει θεωρίες και φιλοσοφικά συστήματα.

Αυτός ο κόσμος θα σε νικήσει με τη διαστρέβλωση και την αβεβαιότητα.

Θα σε κάνει αβέβαιο για ό,τι καλό κάνεις, θα σε βάλει να αμφισβητήσεις τις προθέσεις σου. Θα σου πει ότι ο έρωτας ίσως είναι τεχνική και η αγάπη απάτη. Θα στρεβλώσει την πίστη να την κάνει κενή θρησκεία και την ιερότητα εξουσία. Την ταπεινοφροσύνη θα την πει ίσως ηλιθιότητα, τη μικρότητα ίσως εξυπνάδα, και τη δοτικότητα ένα είδος θυσίας.


Θα σου πει ότι η ομορφιά είναι αντικειμενική και μπορεί να αναπαρασταθεί σε 2 ή 3 διαστάσεις. Θα σε βεβαιώσει ότι η επιστήμη είναι βέβαια και ότι δεν υπάρχει τίποτε πέρα από αυτά που μετρώνται. Θα σε πείσει πως μόνο οι θετικές επιστήμες έχουν νόημα, γιατί μόνο αυτές είναι χρήσιμες. Θα κάνει την πολιτική να γίνει εκπροσώπηση και τη δράση να σταθεί ως αέναος σχεδιασμός.

Θα μιλήσει για ισότητα, εκεί που θα σε ακούσει να μιλάς για μοναδικότητα. Θα μιλήσει για δικαιώματα όποτε αναφερθείς σε αγάπη. Θα βάλει την ελεημοσύνη μπροστά στη μοιρασιά και την εξάλειψη της φτώχειας μπροστά στην εξάλειψη του πλούτου. Θα σου μιλήσει για αειφορία και ανάπτυξη χωρίς τον άνθρωπο. Θα εκθειάσει την παραγωγή χωρίς απώτερο σκοπό, την απόλαυση χωρίς όρια, τις εύκολες λύσεις χωρίς προσπάθεια, την προσφορά χωρίς αυτοπροσφορά, την εξασφάλιση χωρίς πίστη. Θα σε πείσει για τον τύπο χωρίς την ουσία, για Θεό χωρίς εμπειρία, για μουσική χωρίς βίωμα, για ποίηση χωρίς ψυχή, για ζωγραφική χωρίς πάθος.

Ο κόσμος θα σε νικήσει με τη φτώχεια.

Θα βγάλει τα γέλια και την τρυφερότητα από τον έρωτά σου. Θα σε πείσει ότι ο ήλιος είναι μόνο ένα σύνολο από εκρήξεις, ο ουρανός ένα παιγνίδι του φωτός (και της απουσίας του) και τα αστέρια ένα ψέμα από το παρελθόν. Θα σου εγγυηθεί ότι η αγάπη είναι ορμόνες και η τρυφερότητα προς τα παιδιά μία στεγνή διαδικασία της φύσης για να υπάρχουν επόμενες γενιές. Θα χαρακτηρίσει τη ντομάτα και το λάδι κοινά και θα αναδείξει ως σημαντικό κάθε προϊόν που δε γεννήθηκε κοντά σου. Με τον ίδιο τρόπο θα υποδείξει ως όμορφο ό,τι δεν σου έχει δοθεί και άχαρο ό,τι μπορείς να αγγίξεις. Θα σε πείσει ότι οι στιγμές που περνάς με τους αγαπημένους σου είναι ρουτίνα, και ότι τα πράγματα που δεν κάνεις είναι αυτά που είναι εσύ.

Και κάθε μέρα θα νιώθεις πιο φτωχός, γιατί όλα τα πλούτη που σου δόθηκαν στο μυαλό σου, στην καρδιά σου και στο άγγιγμά σου θα πειστείς ότι είναι σκουπίδια.

Ο κόσμος θα σε νικήσει με τις ειρωνείες.

Θα μαλώνεις και θα βρίζεις σε συζητήσεις για την παγκόσμια ειρήνη. Θα οργίζεσαι και δε θα αντέχεις τον πατέρα και τη μητέρα σου, επειδή έχουν χάσει την οξυδέρκειά τους και θυμίζουν μικρά παιδιά. Θα βρίζεις τον καπιταλισμό και τους εκφραστές του, την ίδια στιγμή που θα αφιερώνεις τις ώρες σου για να γίνεις ο αναγνωρισμένα καλύτερος στη δουλειά σου. Θα κατηγορείς τους άλλους ως αμαρτωλούς, διδάσκοντας το πόση σημασία έχει η συγχώρηση. Θα μιλάς για ενεργό πολιτική από την καφετέρια. Θα μιλάς για το πώς έχει εκφυλιστεί η αντίληψη για την ομορφιά, την ίδια στιγμή που θα φτιάχνεις με σπουδή τις ατέλειες του εαυτού σου στον καθρέφτη.

Για όλα τα παραπάνω, νομίζω, λίγα πράγματα πρέπει να θυμάσαι.

Το πρώτο ότι δεν αρκεί να μένεις σταθερός στη θέση σου: η φθορά θα σε νικήσει.  Πρέπει να βαδίζεις μπροστά, όπως μπορείς, χωρίς βιάση ή προσδοκία, χωρίς ηρωισμό ή αυτοθυσία.  Απλά να βαδίζεις μπροστά.

Το δεύτερο ότι δεν μπορείς να γίνεις πλούσιος: η φτώχεια θα σε νικήσει. Τον πλούτο μπορείς να τον καταλάβεις, ανοίγοντας τα μάτια σου και θυμόμενος ότι μόνο ο χρόνος ξοδεύεται ή επενδύεται ανεπιστρεπτί. Πλούτος είναι και η μυρωδιά του σπιτιού, οι παράξενοι φίλοι, το μισοκαμμένο φαγητό, ένα ανήψι που κάνει φασαρία, μία κουραστική μέρα και μία ανήσυχη νύχτα, η ανάσα της γυναίκας σου, ένα χαζό αστείο, το παιγνίδισμα των ακτίνων του ήλιου, μία βροχερή ημέρα, το ποτήρι του πατέρα σου στο νεροχύτη, τα γέλια των παιδιών κάτω από το μπαλκόνι, η μονότονη φωνή παλιατζή, η αμηχανία μπροστά σε κοινό, μία φέτα φρέσκο ψωμί. Πλούτος είναι η αγάπη.

Το τρίτο ότι η πράξη προδίδει συχνά την πρόθεση: οι ειρωνείες σε κυνηγούν κάθε στιγμή. Ξεκίνα από αυτό που θεωρείς πιο "μικρό", και δράσε σα να είναι μεγάλο ή δύσκολο. Αν τα καταφέρεις, και μόνο τότε, απόλαυσε το βήμα σου και ξεκίνα για το επόμενο. Μην περιμένεις μπράβο. Η πράξη δικαιώνει και δικαιώνεται από μόνη της, όταν την κάνεις με αγάπη, σύνεση και ταπεινότητα. Η πράξη μπορεί να είναι η δικαίωση.

Το τελευταίο που πρέπει να θυμάσαι είναι ότι ο κόσμος είσαι εσύ.

Αγρύπνα. Σε χρειαζόμαστε.

14 Μαΐ 2016

Δεν έχει σημασία

Σημασία δεν έχει να τραγουδάς σε κοινό. Σημασία έχει να τραγουδάς. Να τραγουδάς στο σκοτάδι, στο κελί, στη μοναξιά, στην απόγνωση, στην αδικία, στην πίκρα, στην προδοσία, στο ξημέρωμα και το δειλινό. Να τραγουδάς για να μη γεράσουν τα τραγούδια, για να μη γεράσουν οι ψυχές, για να μην ξεχάσουν οι άνθρωποι και να μη νικήσουν οι μηχανές. Σημασία έχει να τραγουδάς για να γεννήσει μουσική η καρδιά σου, για να γεννήσει η μουσική όνειρα και τα όνειρα ελπίδα. Να γεννήσει η ελπίδα αύριο και το αύριο προσπάθεια και η προσπάθεια χαρά και έρωτα.

Σημασία δεν έχει να ξέρεις να χορεύεις καλά. Σημασία έχει να μη σταματάς να χορεύεις. Να πιάνεις χέρια διπλανά και να στηρίζεις το διπλανό να αναδείξει το χορό, κι ας μη θυμούνται εσένα. Να χάνεις τα βήματα και να τα ξαναβρίσκεις παρακολουθώντας τους διπλανούς. Να δουλεύουν τα σώματα σε αρμονία και ρυθμό, να γίνεται το κέφι έκσταση, γιατί η έκσταση μπορεί να μας κάνει για λίγο αληθινά να δούμε τον εαυτό μας έξω από το γυαλί του εγωισμού. Σημασία έχει να χορεύεις όταν οι άλλοι σταματούν, όταν τα πόδια σου σε πονάνε και οι μουσικοί νιώθουν ότι σε λίγο δε θα έχουν για ποιον να παίζουν τη μουσική τους, όταν η μουσική είναι σαν να έχει χάσει κάτι από τη μαγεία της και είναι ο χορός σου το τελευταίο αποδεικτικό της αξίας της.

Σημασία δεν έχει να μιλάς για να νικήσεις. Σημασία έχει να μιλάς όταν το ξέρεις ότι υπάρχουν ψύγματα αλήθειας στα λόγια σου. Να μιλάς όταν αυτά που θα πεις μπορούν να ανοίξουν κλειστά αυτιά. Να μιλάς όταν κανείς άλλος δε μιλά και θα έπρεπε. Να μιλάς και με τη σιωπή σου και με την πράξη σου. Με την παρρησία σου και με το πάθος σου. Με τον πόνο και τη χαρά σου. Να μιλάς σιωπηλά για να ακουστείς πάνω από το θόρυβο.

Σημασία δεν έχει να ζωγραφίζεις καλά. Σημασία έχει να ζωγραφίζεις. Να ζωγραφίζεις τα τοπία που είδες και δεν ξέχασες, αυτά που δεν είδες και θα το ήθελες και αυτά που δεν μπορείς να ξεχάσεις. Να ζωγραφίζεις ανθρώπους που πέρασαν και έφυγαν, που δεν έχουν έλθει ακόμη και τους χρειάζεσαι και άλλους που μπήκαν σε πρώτο πλάνο και στον καμβά θα περάσουν στο φόντο. Να ζωγραφίζεις αυτά που δε χωράνε μέσα σου. Να ζωγραφίζεις αυτά που θα ήθελες να δουν και άλλοι, όπως τα μάτια σου τα είδαν και η μνήμη σου τα ομόρφυνε. Να ζωγραφίζεις για να έχουν τα χρώματα ουσία και ψυχή και για να χάσουν οι υπογραφές πάνω στα έργα την αξία τους.

Σημασία δεν έχει να γράφεις όμορφα. Σημασία έχει να γράφεις αυτά που αξίζουν τα μείνουν. Αυτά που κρύφτηκαν και ξεθώριασαν. Αυτά που τα λόγια δεν αρκούν να τα κρατήσουν και στη μνήμη δε χωράνε εύκολα. Να γράφεις, όταν το φως θα είναι λιγοστό και θα ξεχνάς κι εσύ ο ίδιος γιατί έγραφες. Να γράφεις για να μοιραστείς, να υμνήσεις, να διορθώσεις, να ενδυναμώσεις τα όμορφα και να αποδυναμώσεις τα άσκημα. Να γράφεις για να φυτευτεί ένας σπόρος στις καρδιές, να γεννηθεί ένα αστέρι, για να πορευτεί ένας άνθρωπος, για να αλλάξει ένα έθνος, για να ξαναγεννηθεί ένας κόσμος.

Και όταν τα κάνεις αυτά, το τι πιστεύουν οι άλλοι δεν έχει σημασία.

26 Μαρ 2016

Βάστα

Αγάντα, ψυχή μου, γιατί οι καιροί είναι σκοτεινοί και δεν είσαι μαθημένη στα σκοτάδια. Είσαι από αυτούς που μεγάλωσαν σε ευήλια και ευάερα μέρη και τα θυμάσαι. Είσαι καλομαθημένη και δεν ξέρεις αν θα αντέξεις.

Βάστα καλά, γιατί εσύ έχεις σπίτι να ζεσταίνεις το κορμί που πότε σε δένει και πότε σε ελευθερώνει. Δεν είσαι από τους άμοιρους που το σπιτικό τους έγινε παρανάλωμα και το κορμί τους ξοδεύτηκε για την επιβίωση. Δεν έχεις δοκιμαστεί στο σίδερο και τη φωτιά, στην απώλεια και την απελπισία, στην εχθρικότητα και τη μοναξιά.

Αγάντα ψυχή μου, γιατί μπορείς να βλέπεις λουλούδια στο μπαλκόνι σου και να μυρίζεις τη μυρωδιά του έρωτα στην αγαπημένη σου και στα άνθη από τις νερατζιές. Να χαϊδεύεις με τα χέρια σου πρόσωπα αγαπημένα, και να φιλούν τα χείλη σου πρόσωπα δικών σου. Είσαι αδύναμη και φοβισμένη, γιατί δεν ξέρεις πώς θα νιώθεις όταν για μαξιλάρι σου θα έχεις λάσπες και η θάλασσα θα είναι η κούνια που λικνίζει τα παιδιά σου.

Βάστα, κακόμοιρη καρδιά, που φοβάσαι όλα αυτά που θα μπορούσαν να σου συμβούν. Γιατί, άμαθη καθώς είσαι και τρέμεις, δε λογίζεσαι ότι αυτά που εσύ σήμερα τα άκουσες, σήμερα τα φοβήθηκες και αύριο ίσως, ίσως λέω, τα συναντήσεις, τα ζήσαν ίδια και χειρότερα και οι πρόγονοι σου και οι αδελφοί σου σε όλη τη γη, όλα αυτά τα χρόνια που εσύ καθόσουν και λικνιζόσουν στην καρέκλα σου.

Αγάντα, ψυχή μου, να σταθείς στα πόδια σου. Δε φτιάχτηκες για να χωράς τα κακά όλου του κόσμου, δεν το μπορείς να συλλογιέσαι πως οι άνθρωποι φέρονται έτσι σε ανθρώπους. Αγάπη μάνας σε μεγάλωσε και πατρική αγάπη, και όχι μαχαίρι και εκβιασμός και μονόδρομος και αίμα. Και σου φέρνουνε τον τρόμο όλου του κόσμου στο σπίτι σου, μέσα από μαρτυρίες και άρρωστες εικόνες, λες και δεν έφτανε ο πόνος και η πίκρα που ζεις στη γειτονιά σου. Λες και δεν υπάρχει εκεί έργο να κάνεις και πρέπει να κουβαλήσεις όλη την ανθρωπότητα στους άμαθους ώμους σου.

Και λογισμέ μου εσύ, σύμβουλε καλέ, μην ξεγελιέσαι από εικόνες και ακούσματα και συζητήσεις. Χρόνια πολλά το ξέρεις ότι η ανθρωπότητα αιματοκυλιέται, κι ας μη μύριζε τότε αίμα η δική σου γειτονιά. Οι πρόσφυγες δεν είναι πρόσφυγες μίας πατρίδας: είναι πρόσφυγες κάθε πατρίδας. Τα παιδιά τους και οι πόνοι τους είναι οι δικοί σου πόνοι, ανθρωπινά πριν την πολιτική, στοργικά πριν την κριτική, με σοφία πριν τη δράση.

Και μην ξεχνάς, λογισμέ, τι υπήρξες και τι έκανες. Μη γελιέσαι πως είσαι καλύτερος ή από αρχοντική γενιά, γιατί η γενιά ήταν ένα ζάρι που έπεσε, και η καλοσύνη δεν είναι ταμπέλα που τη φοράς: είναι αγώνας καθημερινός και συνεχής. Και μην το ξεχνάς ότι η άνοιξη μύριζε όμορφα ακόμη και για εσένα, όλες εκείνες τις ημέρες που αδίκησες και ασέλγησες και πρόδοσες και κακοχαρακτήρισες εις βάρος αδελφών σου. Δεν έκλεισε ο Θεός τα σύνορα της φύσης για να σε αφήσει απέξω εκείνες τις ημέρες, κι ας ήσουν ακατάλληλος να μπεις.

Αγάντα, ψυχή μου. Γιατί σου δόθηκε εσύ να ζεις ακόμη σε ειρήνη, κι ας είναι όλα συννεφιασμένα και ζοφερά. Ακόμη έχει φως στην πόρτα σου - και ίσως πάντα να έχει φως. Βάστα γερά, γιατί αν εσύ πέσεις, πώς θα κρατήσεις όλους αυτούς που γύρω σου γερνούν, που αποκάμουν και γονατίζουνε πριν της ώρας τους. Μη ζητάς ηρωικούς σταυρούς και ένδοξες μάχες: μπορεί να μην τις αντέχεις. Απλά, σιωπηλά, και με την αγάπη εκείνη την άδολη, την ειλικρινή, που δεν τις ξέρει τις συζητήσεις και δεν καταλαβαίνει τους νόμους και τις συμφωνίες, στάσου ραβδί σε όσους περπατούν το δικό τους Γολγοθά.


Βάστα,Ψυχή! Σε φέρανε εδώ οι αέρηδες των αιώνων, στο λημέρι που είναι ολότελα δικό σου: στο Σήμερα. Βάστα! Γιατί είναι ο χρόνος μας πάντα λειψός. Και πώς θα το αντέξεις να σταθείς μπροστά στον καθρέφτη σου ή στο Θεό σου φεύγοντας, όταν σε ρωτήσει η ίδια σου η ύπαρξη "Πώς έζησες;".
Τι θα της πεις; Θα πεις "Με αγάπη"; Θα σταθείς με περηφάνια; Το μπορείς; Μπορείς να πάρεις το βλέμμα από τη Γη σου, που σφαδάζει και πνίγεται από το αίμα αθώων, χιλιάδες χρόνια τώρα, και να πεις "τη γλίτωσα και μου είναι αρκετό";

Αγάντα, ψυχή μου. Δε σε ψέγω που είσαι αδύναμη. Δε σε κατηγορώ που δεν αντέχεις. Δε σε φθονώ που ζεις σε τέτοιους χρόνους. Μα αν το θέλεις να μην κρύβεσαι για πάντα στο ημίφως, άναψε φως. Με τα δικά σου χέρια πρώτα. Με την πράξη.

25 Οκτ 2015

Το να είσαι άριστος


Πολλά χρόνια χτίζεται σκαλί-σκαλί το θεωρείο πάνω από το οποίο αγναντεύουμε την αριστεία: την ιδιότητα του να είσαι ο καλύτερος ή ανάμεσα στους καλύτερους. Από το θεωρείο αυτό βλέπουμε την αριστεία ως μία ιδιότητα που αποκτιέται με αγώνα, με σπουδή, με εστίαση, με θυσίες. Επίσης, λέμε ότι ο κόσμος προχωρά με την αριστεία. Πολύ συχνά επιβραβεύουμε τους αρίστους, δίνουμε υποτροφίες, μοιράζουμε επαίνους, προβάλλουμε στα μέσα ενημέρωσης, καμαρώνουμε και κομπάζουμε για το ότι γνωρίζουμε κάποιον άριστο.

Θα τολμήσω όμως να σας πω ότι δε συμπαθώ και πολύ την αριστεία ως στόχο ζωής. Και δεν είναι μόνο επειδή δεν μπορώ ο ίδιος να είμαι άριστος. Είναι περισσότερο επειδή φοβάμαι ότι η έννοια της αριστείας συχνά χρησιμοποιείται με ένα σωρό λάθος τρόπους. Φοβάμαι, γιατί η αριστεία πολύ συχνά συνδέεται με το να είμαι καλύτερος από τους υπόλοιπους και όχι να είμαι ο καλύτερος που μπορώ. Ανησυχώ γιατί η αριστεία περπατά χέρι-χέρι με την έπαρση και τον εγωισμό, σε μία κοινωνία που ξέρει να χτίζει πολύ ψηλά βάθρα, μόνο και μόνο για να τα γκρεμίζει αργότερα.

Ξεκινώ από την αριστεία στο σχολείο. Το σχολείο φέρεται να είναι το κατ' εξοχήν μέσο εκπαίδευσης στο δυτικό μας κόσμο. Εκεί λοιπόν οι βαθμοί χρησιμοποιούνται ως μέσο πίεσης στους μαθησιακά πιο αδύνατους ή αδιάφορους μαθητές, ενώ ως μέσο ανταμοιβής των πιο αποτελεσματικών μαθητών. Εκεί ο βαθμός "άριστα" υποδεικνύει εξαιρετική επίδοση. Ο αριστεύων αναγνωρίζεται και, συχνά, ξεχωρίζει ως παράδειγμα προς μίμηση (και από αρκετούς μαθητές προς αποφυγή...). Ο άριστος ξεχωρίζει, αντί να εντάσσεται. Υποδεικνύεται και επιδεικνύεται, αντί να αναγνωρίζεται με την ταπεινή ματιά του διαφορετικού εν μέσω διαφορετικών, αυτής της θεόσταλτης ποικιλίας που χαρακτηρίζει όλη την ύπαρξη όπως τη γνωρίζουμε.

Ένας "καλός" μαθητής μπορεί κάλλιστα να έχει εγγενώς, λόγω ενός ζαριού που πέταξε η φύση, τη δυνατότητα να λύνει γρήγορα προβλήματα, να αποστηθίζει εύκολα, ή να αναλύει αποτελεσματικά (πολλά από τα πράγματα που συνδέουμε με τη νοημοσύνη). Άραγε, πώς ανταμοίβει το σχολείο παιδιά που δείχνουν ιδιαίτερη ενσυναίσθηση, που αναγνωρίζουν και μοιράζονται δηλαδή τα συναισθήματα των γύρω τους; Πώς ανταμοίβει τα καλόκαρδα παιδιά; Και πώς τελικά στηρίζει ή αναγνωρίζει την αξία των ανθρώπων που δεν έχουν κάποιο από όλα αυτά τα χαρίσματα, αλλά δίνουν το δικό τους ξεχωριστό αγώνα για μία θέση στον κόσμο μας;

Η κοινωνία μπορεί να φαίνεται ότι τραβιέται "μπροστά" από χαρισματικούς ή ακραίους. Μπορεί να ηγείται από διεφθαρμένους ή αγωνιστές. Όμως, αυτές οι λίγες εξαιρέσεις δεν εκπροσωπούν το σύνολο της κοινωνίας. Αυτοί που είτε δεν επέλεξαν, είτε δεν τους επετράπη, είτε δεν έχουν τις προδιαγραφές να είναι "άριστοι" - με τα μέτρα και τα σταθμά που χρησιμοποιούμε σήμερα - είναι οι πολλοί. Αν δεν έχετε ακούσει για την υποκειμενικότητα των ελέγχων της νοημοσύνης (test IQ) ή το γιατί αυτές οι δοκιμασίες αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου, αναζητήστε. Επίσης, δείτε πώς αυτοί οι έλεγχοι είναι (καλώς) τόσο ανεπαρκείς για να δώσουν μία σφαιρική αντίληψη του ατόμου, που γεννήθηκαν και άλλοι τρόποι εξέτασης για να μπορέσουν να ποσοτικοποιήσουν τη χαρισματικότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι με χαρίσματα που είναι εύκολα αναγνωρίσιμα και αποδεκτά και άλλοι περνούν γολγοθά για να αναγνωριστούν από τους ανθρώπους ως άριστοι σε αυτό που κάνουν. Αυτό που είναι αυτόνοητο για κάποιον, είναι βουνό για άλλον. Συνηθίζουμε να επευφημούμε την ομορφιά - που στη συνέχεια αγωνίζεται να φανεί -, την εξυπνάδα - που τη μαθαίνουμε να βιάζεται να εκφραστεί -, το θάρρος - που βιάζεται να δειχθεί -, τη δύναμη - που επιδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία. Και τα χαρισματικά παιδιά μας αρρωσταίνουν: όλοι τα κοιτούν μέσα από το πρίσμα της δύναμής τους και τα παιδιά μαθαίνουν να μην ανακαλύπτουν τις αδυναμίες τους και να μην τις βελτιώνουν.

Στις ταινίες υποστηρίζεται συστηματικά το άτομο που είναι ο "εκλεκτός", ο "ένας", η εξαίρεση, μέσα σε μία γκρίζα κορνίζα "μετρίων". Μαθαίνουμε τους εαυτούς μας να ονειρεύονται τη ζωή πέρα από τα μέτρα, θέλουμε να είμαστε τόσο καλοί ώστε να λάμπει το πρόσωπό μας, τόσο έξυπνοι ώστε να μην αντιστέκεται κανείς στα επιχειρήματά μας, τόσο πετυχημένοι ώστε να μην μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την αξία μας. Και κάθε μέρα βλέπω να μην καταφέρνουμε να υλοποιήσουμε αυτά τα όνειρα και να γινόμαστε πιο αποφασισμένοι, πιο σκληροί, πιο εστιασμένοι, πιο αγχωμένοι, πιο μοναχικοί, πιο απάνθρωποι.

Θέλω να μάθω - ή να αξιωθώ - τα δικά μου μάτια να βλέπουν αλλιώς. Θέλω να βλέπω την εντιμότητα ως αξία και να αναζητώ το δρόμο για να με βγάλει εκεί. Ο έντιμος μπορεί να είναι ένας καλός δάσκαλος για αυτό (καταφατικά), όσο και ο ανέντιμος (αποφατικά). Θέλω να εκτιμώ την ταπεινοφροσύνη, και να μην την πληγώνω προσπαθώντας να αναδείξω τον ταπεινό ενώπιον άλλων ως εξαίρεση. Θέλω να χαίρομαι και να απολαμβάνω την ομορφιά, την εξυπνάδα, το θάρρος, ως αβίαστες χαρές στην ποικιλία της ανθρωπότητας και όχι ως δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις.

Στο μωσαϊκό των ανθρώπων κάθε ψηφίδα είναι σημαντική. Και ο αρμός αυτού του κόσμου είναι η αγάπη, όχι η αριστεία. Το να γίνεται κάποιος ο καλύτερος που μπορεί, επειδή του είναι φυσική τάση ή και απόφαση, είναι ένας αξιόλογος δρόμος. Όπως και τόσοι άλλοι δρόμοι.